γόνυ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | γόνυ | τα | γόνατα |
| γενική | του | γόνατος | των | γονάτων |
| αιτιατική | το | γόνυ | τα | γόνατα |
| κλητική | γόνυ | γόνατα | ||
| όπως «-υ ουδέτερα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γόνυ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γόνυ
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈɣo.ni/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γό‐νυ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γόνυ ουδέτερο (στην ονομαστική και αιτιατική)
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Χρησιμοποιείται συχνότερα η γενική ενικού γόνατος, ιδίως σε ιατρικά κείμενα.
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- γόνυ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- γόνυ - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ουσιαστικά μεταπλαστά | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | τὸ | γόνῠ | τὰ | γόνᾰτᾰ | ||||
| γενική | τοῦ | γόνᾰτος | τῶν | γονᾰ́των | ||||
| δοτική | τῷ | γόνᾰτῐ | τοῖς | γόνᾰσῐ(ν) | ||||
| αιτιατική | τὸ | γόνῠ | τὰ | γόνᾰτᾰ | ||||
| κλητική ὦ! | γόνῠ | γόνᾰτᾰ | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | γόνᾰτε | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | γονᾰ́τοιν | ||||||
| ανώμαλη κλίση, Κατηγορία 'δόρυ' όπως «δόρυ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γόνυ < πρωτοελληνική *ǵónu < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵónu. Συγγενή: σανσκριτική जानु (jānu), λατινική genu, παλαιά αρμενική ծունկ (cunk), γοτθική 𐌺𐌽𐌹𐌿 (kniu), αγγλοσαξονική cnēo (> αγγλική knee).
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γόνυ ουδέτερο
- (ανατομία) το γόνατο
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ὀρέστης, στίχ. 1414
- Περὶ δὲ γόνυ χέρας ἱκεσίους ἔβαλον ἔβαλον // Ἑλένας ἄμφω.
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ὀρέστης, στίχ. 1414
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- ιωνικοί τύποι (γεν. γούνατος, δοτ. πληθ.: γούνασι/γούνασσι)
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 80
- τόδε μέντοι ἄλλοισι Ἑλλήνων οὐδαμοῖσι συμφέρονται· ἀντὶ τοῦ προσαγορεύειν ἀλλήλους ἐν τῇσι ὁδοῖσι προσκυνέουσι κατιέντες μέχρι τοῦ γούνατος τὴν χεῖρα.
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 2 (Εὐτέρπη), 80
- ποιητικοί τύποι (γεν.: γουνός, δοτ.: γουνί, ον.-αιτ.-κλ. πληθ.: γοῦνα, γεν. πληθ.: γούνων)
- αιολικοί τύποι : ον.-αιτ.-κλ. πληθ.: γόνα, γεν. πληθ.: γόνων)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- ἐς γόνυ βάλλω: ταπεινώνω, κάνω κάποιον να με παρακαλάει γονατιστός (τότε όμως αυτός που παρακαλούσε αγκάλιαζε ή άγγιζε τα γόνατα του ισχυρότερου, οπότε η φράση ίσως σήμαινε θα τον κάνω να αγκαλιάσει τα γόνατά μου, να με ικετεύει και η βραύτητα δεν έπεφτε στα γόνατα του ικέτη αλλά στα γίνατα του κυρίαρχου.)
- θεῶν ἐν γούνασι κεῖται: εξαρτάται από τη θέληση των θεών
- γόνατα τίθημι: γονατίζω
Παράγωγα
[επεξεργασία]- γονυαλγής
- γονυκαμψεπίκυρτος
- γονυκαυσαγρύπνα
- γονυκλινέω
- γονυκλινής
- γονυκλιτέω
- γονύκροτος (που περατώντας παράγουν ήχο τα γόνατά του, ο ραιβός)
- γονυπετέω
- γονυπετής
- γονυπλήξ
- ἐπιγονατίς
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- γόνυ - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- γόνυ - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά ιδιόκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δόρυ' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ανώμαλα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ανώμαλα ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά μεταπλαστά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Ανατομία (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)