γονυπετής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γονυπετής γονυπετής γονυπετές
γενική γονυπετούς γονυπετούς γονυπετούς
αιτιατική γονυπετή γονυπετή γονυπετές
κλητική γονυπετή(ς) γονυπετής γονυπετές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γονυπετείς γονυπετείς γονυπετή
γενική γονυπετών γονυπετών γονυπετών
αιτιατική γονυπετείς γονυπετείς γονυπετή
κλητική γονυπετείς γονυπετείς γονυπετή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γονυπετής < αρχαία ελληνική γονυπετής < γόνυ + πεσεῖν (απαρέμφατο του πίπτω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γονυπετής, -ής, -ές

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]