Knöchel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

Knöchel 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Knöchel (de) αρσενικό

  1. ο αστράγαλος
  2. η άρθρωση του δαχτύλου