foot

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

foot (en) (πληθυντικός: feet)

  1. πόδι, το τμήμα κάτω από τον αστράγαλο
    elephants have very large flat feet
  2. το πόδι ενός αντικειμένου
    one of the chair's feet was broken
  3. πόδι, μονάδα μέτρησης μήκους
    there are three feet in a yard, and a little more than three feet in a meter
  4. μια ομάδα συλλαβών από ένα στίχο που ακολουθεί ένα μέτρο
  5. το κατώτερο μέρος, π.χ. ενός βουνού ή μιας σελίδας
  6. το μέρος ενός κρεβατιού, τάφου, κλπ στο οποίο βάζει κανείς τα πόδια
    the dog lay at the foot of the bed sleeping



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

foot < αγγλική football

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

foot 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

foot (fr) αρσενικό

jouer au foot - παίζω ποδόσφαιρο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]