Bein

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : bein

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Bein die Beine
γενική des Bein(e)s der Beine
δοτική dem Bein(e) den Beinen
αιτιατική das Bein die Beine

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Bein < συγγενές με το αγγλικό bone ("κόκκαλο")

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Bein (de) ουδέτερο


Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Lügen haben kurze Beine. - Τα ψέματα έχουν κοντά ποδάρια.


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]