πους

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πους < αρχαία ελληνική πούς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πους αρσενικό

  1. (καθαρεύουσα) πόδι

δείτε τη λέξη: πούςδείτε τη λέξη: πόδι