χερσόνησος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χερσόνησος < αρχαία ελληνική χερσόνησος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χερσόνησος θηλυκό

  1. (γεωγραφία) τμήμα ξηράς, μικρής ή μεγάλης έκτασης, που εισχωρεί μέσα στη θάλασσα με συνέπεια να βρέχεται απ΄ αυτή από τρεις πλευρές


Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χερσόνησος < χέρσος + νῆσος


Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χερσόνησος θηλυκό

  1. η χερσόνησος, το προεξέχον στη θάλασσα τμήμα στεριάς, που θα ήταν παρά λίγο νήσος, κάτι ανάμεσα σε στεριά και νησί
  2. νησί που συνδέεται με γέφυρα με τη στεριά


Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Χερσόνησος θηλυκό

  1. χωρίς διευκρινίσεις και επεξηγήσεις, όταν έλεγαν Χερσόνησο, εννοούσαν κατά κύριο λόγο την χερσόνησο της Θράκης στον Ελλήσποντο και Χερσονήσιος απεκαλείτο ο καταγόμενος ή προερχόμενος απ΄την θρακική χερσόνησο