νῆσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική νῆσος νήσω νῆσοι
Γενική νήσου νήσοιν νήσων
Δοτική νήσ νήσοιν νήσοις
Αιτιατική νῆσον νήσω νήσους
Κλητική νῆσε νήσω νῆσοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νῆσος : ίσως συγγενές με το νήχω και το λατινικό nare (απαρέμφατο του no, κολυμπώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νῆσος θηλυκό

  1. νησί, νήσος