полуостров

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βουλγαρικά (bg) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

полуостров (bg) αρσενικό

  1. (γεωγραφία) η χερσόνησος