troad

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βρετονικά (br) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

troad (br) αρσενικό, πληθυντικός treid