leg

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
leg legs

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

leg (en)

  1. το πόδι ανθρώπου ή ζώου
  2. το πόδι τραπεζιού ή άλλου επίπλου
  3. το τμήμα, το σκέλος ενός ταξιδιού
    the first leg of a flight around the world - το πρώτο τμήμα ενός γύρου του κόσμου με αεροπλάνο
  4. το σκέλος παντελονιού

Πηγές[επεξεργασία]



Δανικά (da)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

leg (da)