bishop

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bishop (en)

  1. ο επίσκοπος, ο δεσπότης
  2. (στο σκάκι) ο αξιωματικός, ο τρελός
  3. (αργκό) το πέος