προετοιμάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προετοιμάζω < αρχαία ελληνική προετοιμάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προετοιμάζω (παθητική φωνή: προετοιμάζομαι)

  1. ενεργώ από πριν όπως πρέπει, προκειμένου να ολοκληρωθεί σωστά ή να έχει αίσια έκβαση μια διαδικασία, ένα γεγονός κ.λπ.
  2. προδιαθέτω, προϊδεάζω

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]