Μετάβαση στο περιεχόμενο

brother-in-law

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
brother-in-law < brother + in-law

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
brother-in-law brothers-in-law

brother-in-law (en) (οικογένεια)

  1. ο γαμπρός, ο σύζυγος της αδελφής μου
    παράδειγμα  My sister’s spouse is Harry. Harry is my brother-in-law.
    Ο σύζυγος της αδελφής μου είναι ο Χάρης. Ο Χάρης είναι ο γαμπρός μου.
  2. ο κουνιάδος, ο ανδράδελφος/ο γυναικάδελφος, ο αδελφός του/της συζύγου μου
    παράδειγμα  My spouse’s brother is John. John is my brother-in-law.
    Ο αδελφός του/της συζύγου μου είναι ο Γιάννης. Ο Γιάννης είναι ο κουνιάδος μου.
  3. ο σύγαμπρος, ο μπατζανάκης, ο σύζυγος της αδελφής του/της συζύγου μου
    παράδειγμα  My spouse’s sister is Maria. Maria is married to Andrew. Andrew is my brother-in-law.
    Η αδελφή του/της συζύγου μου είναι η Μαρία. Η Μαρία είναι παντρεμένη με τον Ανδρέα. Ο Ανδρέας είναι ο σύγαμπρος μου.
    παράδειγμα  Peter is my brother-in-law; we are brothers-in-law because we have married two sisters.
    Ο Πέτρος είναι ο σύγαμπρός μου· είμαστε μπατζανάκηδες γιατί έχουμε παντρευτεί δύο αδελφές.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]