brother-in-law
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| brother-in-law | brothers-in-law |
brother-in-law (en) (οικογένεια)
- ο γαμπρός, ο σύζυγος της αδελφής μου
My sister’s spouse is Harry. Harry is my brother-in-law.
- Ο σύζυγος της αδελφής μου είναι ο Χάρης. Ο Χάρης είναι ο γαμπρός μου.
- ο κουνιάδος, ο ανδράδελφος/ο γυναικάδελφος, ο αδελφός του/της συζύγου μου
My spouse’s brother is John. John is my brother-in-law.
- Ο αδελφός του/της συζύγου μου είναι ο Γιάννης. Ο Γιάννης είναι ο κουνιάδος μου.
- ο σύγαμπρος, ο μπατζανάκης, ο σύζυγος της αδελφής του/της συζύγου μου
My spouse’s sister is Maria. Maria is married to Andrew. Andrew is my brother-in-law.
- Η αδελφή του/της συζύγου μου είναι η Μαρία. Η Μαρία είναι παντρεμένη με τον Ανδρέα. Ο Ανδρέας είναι ο σύγαμπρος μου.
Peter is my brother-in-law; we are brothers-in-law because we have married two sisters.
- Ο Πέτρος είναι ο σύγαμπρός μου· είμαστε μπατζανάκηδες γιατί έχουμε παντρευτεί δύο αδελφές.