γαμβρός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γαμβρός οι γαμβροί
      γενική του γαμβρού των γαμβρών
    αιτιατική τον γαμβρό τους γαμβρούς
     κλητική γαμβρέ γαμβροί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαμβρός αρχαία ελληνική γαμβρός < γαμέω

δείτε τη λέξη: γαμπρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαμβρός αρσενικό



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαμβρός < γαμέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαμβρός αρσενικό

  1. γαμπρός (συγγενικός βαθμός)
  2. κάθε αρσενικός συγγενής από γάμο