γαμάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: γαμέω

Ελληνικά (el)

Ετυμολογία

γαμάω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γαμέω, γαμῶ (κάνω σεξ -από την ελληνιστική εποχή, και για τις γυναίκες-)[1]

Ρήμα

γαμάω/γαμώ, πρτ.: γαμούσα/γάμαγα, αόρ.: γάμησα, παθ.φωνή: γαμιέμαι, π.αόρ.: γαμήθηκα, μτχ.π.π.: γαμημένος

Συνώνυμα

Εκφράσεις

Συγγενικές λέξεις

Κλίση

Μεταφράσεις

Αναφορές