γαμέτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαμέτης < αρχ. γαμέτης =σύζυγος< γαμέω -ώ (αρχ. =νυμφεύομαι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαμέτης αρσενικό

  1. (κυτταρολογία) Το αναπαραγωγικό κύτταρο που έχει μόνο το ήμισυ του συνήθους αριθμού χρωματοσωμάτων.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]