μονογαμία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μονογαμία μονογαμίες
γενική μονογαμίας μονογαμιών
αιτιατική μονογαμία μονογαμίες
κλητική μονογαμία μονογαμίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονογαμία < μονο- + γάμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μονογαμία θηλυκό

  1. (βιολογία), (ζωολογία): κατάσταση όπου το άρρεν ζευγαρώνει με ένα μόνο θήλυ και το ζευγάρωμα αυτό διαρκεί για πολλές εποχές, ή σ΄ όλη τη ζωή.
  2. (κοινωνιολογία), (θρησκεία): νόμιμη παρούσα κατάσταση κοινωνίας γάμου που υποστηρίζεται και από δύο μονοθεϊστικές θρησκείες

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • στη φύση περιπτώσεις μονογαμίας παρατηρείται κυρίως σε πουλιά, όπως π.χ. σε κύκνους, αντίθετα σε θηλαστικά απαντάται σπάνια.
  • ο άνθρωπος ανήκει στα πολυγαμικά ζώα, περιορίζεται στη μονογαμία εξ εθίμου και θρησκείας.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]