αγαμία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγαμία αγαμίες
γενική αγαμίας αγαμιών
αιτιατική αγαμία αγαμίες
κλητική αγαμία αγαμίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαμία < ελληνιστική κοινή ἀγαμία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγαμία θηλυκό

  1. η αποχή από το γάμο
  2. η έλλειψη σεξουαλικών επαφών, είτε κατ' επιλογή (όπως για παράδειγμα στους μοναχούς) είτε χωρίς να επιδιώκεται


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]