μονογαμικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μονογαμικός μονογαμική μονογαμικό
γενική μονογαμικού μονογαμικής μονογαμικού
αιτιατική μονογαμικό μονογαμική μονογαμικό
κλητική μονογαμικέ μονογαμική μονογαμικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μονογαμικοί μονογαμικές μονογαμικά
γενική μονογαμικών μονογαμικών μονογαμικών
αιτιατική μονογαμικούς μονογαμικές μονογαμικά
κλητική μονογαμικοί μονογαμικές μονογαμικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μονογαμικός < μονογαμία + -ικός

Επίθετο[επεξεργασία]

μονογαμικός

  1. (κοινωνιολογία): που απαγορεύει την παράλληλη σύναψη γάμου με περισσότερα από ένα άτομα
    μονογαμικές κοινωνίες
  2. (βιολογία), (ζωολογία): ο ερωτικός σύντροφος που ζευγαρώνει με ένα μόνο άτομο, που παρατηρείται ιδιαίτερα σε πουλιά π.χ. κύκνους, περιστέρια, χελιδόνια κ.λπ.
  3. (για άτομο) που δεν συνάπτει ταυτοχρόνως περισσότερες από μία σεξουαλικές σχέσεις

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]