Μετάβαση στο περιεχόμενο

nuptiae

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

nuptiae (la) θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό