ταίρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ταίρι τα ταίρια
      γενική του ταιριού των ταιριών
    αιτιατική το ταίρι τα ταίρια
     κλητική ταίρι ταίρια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταίρι < μεσαιωνική ελληνική ταίριν < αρχαία ελληνική ἑταῖρος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταίρι ουδέτερο

  1. κάτι/κάποιος που ταιριάζει με κάτι άλλο/ κάποιον άλλον
    ένα κομψό υφασμάτινο παντελόνι είναι το ιδανικό ταίρι γι' αυτό το σακάκι
  2. το ένα από τα δύο στοιχεία που συγκροτούν ένα ζεύγος / ζευγάρι
    Το γοβάκι που έχασε το ταίρι του (τίτλος παραμυθιού, εργασία που προτάθηκε στα παιδιά στο Δημοτικό Σχολείο Ευόσμου)
  3. σύζυγος ή ερωτικός σύντροφος
    μετά από τόσες διαλυμένες σχέσεις ακόμα ψάχνει να βρει το ταίρι του

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • δεν έχει το ταίρι του: δεν έχει κάποιον / κάτι εφάμιλλο
  • ταίρι ταίρι: μαζί

Μεταφράσεις[επεξεργασία]