partner

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
partner partners

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

partner (en)

  1. ο συνεργάτης
  2. ο εταίρος, ένας από τους ανθρώπους που έχει μια επιχείρηση και μοιράζεται τα κέρδη κτλ.
    general partner - ομόρρυθμος εταίρος

Σύνθετα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]