συνεργάτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο συνεργάτης οι συνεργάτες
      γενική του συνεργάτη των συνεργατών
    αιτιατική τον συνεργάτη τους συνεργάτες
     κλητική συνεργάτη συνεργάτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνεργάτης < αρχαία ελληνική συνεργάτης ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλικά coopérateur)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνεργάτης αρσενικό (θηλυκό: συνεργάτρια & συνεργάτιδα & (λόγιο) συνεργάτις)

  1. που εργάζεται μαζί με κάποιον άλλο ή άλλους
  2. που συνεργάζεται
  3. συνεργός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική συνεργάτης συνεργάτα συνεργάται
Γενική συνεργάτου συνεργάταιν συνεργατῶν
Δοτική συνεργάτ συνεργάταιν συνεργάταις
Αιτιατική συνεργάτην συνεργάτα συνεργάτας
Κλητική συνεργάτα συνεργάτα συνεργάται

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνεργάτης < σύν + ἐργάτης < ἔργον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνεργάτης αρσενικό (θηλυκό: συνεργάτις)

  1. συνεργαζόμενος
  2. βοηθός
  3. σύντροφος