Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἑταῖρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: εταίρος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἑταῖρος οἱ ἑταῖροι
      γενική τοῦ ἑταίρου τῶν ἑταίρων
      δοτική τῷ ἑταίρ τοῖς ἑταίροις
    αιτιατική τὸν ἑταῖρον τοὺς ἑταίρους
     κλητική ! ἑταῖρε ἑταῖροι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἑταίρω
γεν-δοτ τοῖν  ἑταίροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἑταῖρος < ἔτης < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *swé (ἑός)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ἑταῖρος αρσενικό (ιωνικός τύπος ἕταρος, θηλυκό ἑταίρα)

  1. φίλος, συμπολεμιστής
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 1 (Α. Λοιμός. Μῆνις.), στίχ. 179
    Πάτροκλος δὲ φίλῳ ἐπεπείθεθ’ ἑταίρῳ
  2. ομοϊδεάτης (εκείνος που ανήκει στην ίδια πολιτική παράταξη, αλλά αυτό συνήθως στον πληθυντικό, οι ἑταῖροι)
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 8, 48
    οὐδὲν μᾶλλον ὀλιγαρχίας ἢ δημοκρατίας δεῖσθαι ἐδόκει αὐτῷ οὐδ’ ἄλλο τι σκοπεῖσθαι ἢ ὅτῳ τρόπῳ ἐκ τοῦ παρόντος κόσμου τὴν πόλιν μεταστήσας ὑπὸ τῶν ἑταίρων παρακληθεὶς κάτεισι
  3. συνάδελφος, συνέταιρος
  4. συνοδός
  5. οπαδός, μαθητής
  6. κοινωνός της ίδιας τάξης, σύνδουλος
  7. ο ευγενής που υπηρετούσε στο ομώνυμο σώμα του μακεδονικού ιππικού
  8. ο εραστής
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Ἐκκλησιάζουσαι, στίχ. 912
    οὐχ ἥκει μοὐταῖρος

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]