ἑταῖρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : εταίρος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ἑταῖρος < ἔτης < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *swé (ἑός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ἑταῖρος αρσενικό και στην ιωνική ἕταρος (θηλ. ἑταίρα)

  1. φίλος
  2. συμπολεμιστής
  3. ομοϊδεάτης (εκείνος που ανήκει στην ίδια πολιτική παράταξη,αλλά αυτό συνήθως στον πληθυντικό, οι ἑταῖροι)
  4. συνάδελφος, συνέταιρος
  5. συνοδός
  6. οπαδός, μαθητής
  7. κοινωνός της ίδιας τάξης, σύνδουλος
  8. ο ευγενής που υπηρετούσε στο ομώνυμο σώμα του μακεδονικού ιππικού
  9. ο εραστής

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]