συνοδός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : σύνοδος
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : σύνοδος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνοδός συνοδοί
γενική συνοδού συνοδών
αιτιατική συνοδό συνοδούς
κλητική συνοδέ συνοδοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνοδός < συνοδεύω (αναδρομικός σχηματισμός: η αρχαία αντίστοιχη λέξη ήταν σύνοδος (συνοδοιπόρος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.nɔ.ˈðɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνοδός αρσενικό ή θηλυκό

  1. που συνοδεύει άλλο άτομο
  2. (ειδικότερα) άτομο που συνοδεύει άλλο σε κοινωνικές συναντήσεις χωρίς να υπάρχει μεταξύ τους συγγενική ή συζυγική σχέση
πτώση ενικός
ονομαστική συνοδός συνοδή συνοδό
γενική συνοδού συνοδής συνοδού
αιτιατική συνοδό συνοδή συνοδό
κλητική συνοδέ συνοδή συνοδό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνοδοί συνοδές συνοδά
γενική συνοδών συνοδών συνοδών
αιτιατική συνοδούς συνοδές συνοδά
κλητική συνοδοί συνοδές συνοδά

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συνοδός, -ή, -ό

  • (σπάνιο) (λόγιο) που συνοδεύει, που βρίσκεται δίπλα
    Ψάχνουμε να δούμε τι άλλα κτίσματα συνοδά υπήρχαν, με δεδομένο ότι το μνημείο που έχει ήδη ανασκαφεί δεν θα μπορούσε να είναι μόνο του εκεί, χωρίς άλλα που να το συνοδεύουν. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]