accompagnateur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.kɔ̃.pa.ɲa.tœʁ/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

accompagnateur < accompagner

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό accompagnateur accompagnateurs
θηλυκό accompagnatrice accompagnatrices

accompagnateur (fr) αρσενικό

  1. ο συνοδός
  2. (μουσική) αυτός που συνοδεύει, ακομπανιάρει έναν σολίστα
    accompagnateur de piano - συνοδός πιάνου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]