ταιριασμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ταιριασμένος < από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος ταιριάζω.
Μετοχή
[επεξεργασία]ταιριασμένος, -η, -ο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ταιριασμένος
|
|