sauf

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

sauf 

Επίθετο[επεξεργασία]

sauf (fr) αρσενικό, sauve θηλυκό

  • σώος
    il a eu la vie sauve : γλύτωσε τη ζωή του
ακολουθεί συχνά το sain στην έκφραση sain et sauf : σώος και αβλαβής

Πρόθεση[επεξεργασία]

sauf (fr)

  1. μπροστά από ένα ουσιαστικό σημαίνει χωρίς να βλάψω
    Sauf votre honneur :
    Sauf votre respect.
    Sauf le respect que je vous dois.
  2. χωρίς να αποκλείεται κάτι άλλο, χωρίς ζημιά ή βλάβη
    sauf meilleur avis : εκτός και αν υπάρχει καλύτερη γνώμη
    sauf avis contraire : εκτός εάν υπάρξει αντίθετη ειδοποίηση
    sauf son recours contre Untel : εκτός εάν κάνει προσφυγή εναντίον του τάδε
    sauf correction : εκτός
    sauf erreur ou omission εκτός και αν έχει γίνει λάθος ή κάτι έχει ξεχαστεί
  3. εκτός
    il lui a cédé tout son bien, sauf ses rentes, sauf un domaine, sauf ses prétentions sur telle chose : του άφησε όλα τα αγαθά του, εκτός από τις ρέντες του, ένα οικόπεδο, τις αξιώσεις του επί του τάδε πράγματος
  4. sauf à : εκτός και αν γίνει κάτι, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα γίνει κάτι
    sauf à déduire : εκτός και αν αφαιρέσουμε
    sauf à recommencer : εκτός και αν αρχίσουμε από την αρχή, υπό την προϋπόθεση ότι θα ξαναρχίσουμε