sûr

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

sûr 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό sûr sûrs
θηλυκό sûre sûres

sûr (fr)

  1. σίγουρος
    je ne suis pas sûr - δεν είμαι σίγουρος
  2. ασφαλής
    il est en lieu sûr - βρίσκεται σε ασφαλή τόπο