ασφαλιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ασφαλιστικός ασφαλιστική ασφαλιστικό
γενική ασφαλιστικού ασφαλιστικής ασφαλιστικού
αιτιατική ασφαλιστικό ασφαλιστική ασφαλιστικό
κλητική ασφαλιστικέ ασφαλιστική ασφαλιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασφαλιστικοί ασφαλιστικές ασφαλιστικά
γενική ασφαλιστικών ασφαλιστικών ασφαλιστικών
αιτιατική ασφαλιστικούς ασφαλιστικές ασφαλιστικά
κλητική ασφαλιστικοί ασφαλιστικές ασφαλιστικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασφαλιστικός < ασφαλίζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασφαλιστικός

  1. ο σχετικός με την ασφάλιση
  2. ο σχετικός με την ασφάλεια

είναι αδύνατο να σκουριάσει αυτή η ασφαλιστική δικλίδα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]