παραβλέπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. παραβλέπω < ελληνιστική κοινή παραβλέπω
  2. παραβλέπω < παρα- + βλέπω

Open book 01.svg Ρήμα 1[επεξεργασία]

παραβλέπω, παρατ.: παρέβλεπα, στιγμ. μέλλ.: θα παραβλέψω, αόρ.: παρέβλεψα

  1. κάνω ότι δεν είδα κάτι λανθασμένο, αγνοώ εκούσια ένα λάθος και δείχνω επιείκεια

Open book 01.svg Ρήμα 2[επεξεργασία]

παραβλέπω, παρατ.: παραέβλεπα, στιγμ. μέλλ.: θα παραδώ, αόρ.: παραείδα , παθ.φωνή: παραβλέπομαι , μτχ.π.π.: παραϊδωμένος

  1. βλέπω κάποιον υπερβολικά συχνά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • βλέπω και παραβλέπω: βλέπω και μάλιστα πολύ καλά

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]