meet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας meet
γ΄ ενικό ενεστώτα meets
αόριστος met
παθητική μετοχή met
ενεργητική μετοχή meeting
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

Ρήμα[επεξεργασία]

meet (en)

  1. συναντώ
  2. συναντιέμαι
  3. συνεδριάζω
  4. συνέρχομαι [1]
  5. αντιμετωπίζω
    ※  Many data structure needs can be met with the built-in list type. (Python tutorial) [2]
    «Πολλές ανάγκες δομής δεδομένων μπορούν να αντιμετωπιστούν με τον ενσωματωμένο τύπο λίστας.»

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «συνέρχομαι» από αναζήτηση «meet» στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και την ΕΛΕΤΟ.
  2. (αγγλικά) 11. Brief Tour of the Standard Library — Part II / 11.7. Tools for Working with Lists https://docs.python.org/3.7/tutorial/stdlib2.html. Αρχειοθέτηση 2020-01-07. Προσπέλαση 2020-09-16.