meeting

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmiːtɪŋ/ (βρετανικό)
ΔΦΑ : /ˈmitɪŋ/ (ΗΠΑ)
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
meeting meetings

meeting (en)

  1. η συνάντηση
  2. η σύνοδος
    the meeting of the Justice and Home Affairs Council - η σύνοδος του Συμβουλίου Υπουργών Δικαιοσύνης και Εσωτερικών

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

meeting (en)

Πηγές[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mi.tiɳ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
meeting meetings

meeting (fr) αρσενικό

  1. δημόσια συνάντηση με κοινωνικό ή πολιτικό σκοπό
     συνώνυμα: assemblée, manifestation, rassemblement, réunion
  2. (κατ' επέκταση) αθλητική συνάντηση μπροστά σε ευρύ κοινό