assembly

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

assembly (en)

  1. συνέλευση, συνάθροιση, συναγωγή
    • διάταξη σε οργανωμένο-λειτουργικό σύνολο
  2. συναρμολόγηση
  3. συστοιχία που επιτελεί συγκεκριμένο έργο και είναι παρατεταμένη με τρόπο που συμβάλλει σ' αυτό
  4. (γλώσσες προγραμματισμού) συμβολόγλωσσα,[1] η συμβολική γλώσσα (προγραμματισμού), σύντμηση του όρου assembly language

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Γλωσσάριο. Προσπέλαση 23/10/2019