συστοιχία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συστοιχία οι συστοιχίες
      γενική της συστοιχίας των συστοιχιών
    αιτιατική τη συστοιχία τις συστοιχίες
     κλητική συστοιχία συστοιχίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συστοιχία < αρχαία ελληνική συστοιχία (στήλη)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συστοιχία θηλυκό

  1. σύνολο ομοειδών αντικειμένων ή γεγονότων τοποθετημένα σε ορισμένη τάξη στο χώρο ή το χρόνο
    συστοιχία πλανητών
    το άλσος Συγγρού διακρίνεται για τις ιδιαίτερα πυκνές συστοιχίες δένδρων του
    αυτός ο στίχος συγκροτεί μία συστοιχία μοναδικών εικόνων, συναισθημάτων και σκέψεων


Μεταφράσεις[επεξεργασία]