στείχω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

στείχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *steigʰ- «περπατώ». Συγγενές με το γερμανικά steigen «ανεβαίνω» και το σερβοκροατικά сти̏гнути (stȉgnuti) «έρχομαι».

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στείχω (ποιητικός τύπος, επικός τύπος )

  1. βαδίζω, περπατώ, πηγαίνω
  2. βαδίζω σε σειρά, σε στοίχους, πάω σε πόλεμο
  3. φεύγω, αποχωρώ

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Ενεργητικός Ενεστώτας
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
στείχω
στείχω
στείχοιμι
-
σύ
στείχεις
στείχῃς
στείχοις
στεῖχε
οὖτος
στείχει
στείχ
στείχοι
στειχέτω
ἡμεῖς
στείχομεν
στείχωμεν
στείχοιμεν
-
ὑμεῖς
στείχετε
στείχητε
στείχοιτε
στείχετε
οὗτοι
στείχουσι(ν)
στείχωσι(ν)
στείχοιεν
στειχόντων / στειχέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
στείχειν
στείχων
στείχουσα
στεῖχον
Ενεργητικός Αόριστος β'
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
ἔστιχον
στίχω
στίχοιμι
-
σύ
ἔστιχες
στίχῃς
στίχοις
στίχε
οὖτος
ἔστιχε
στίχ
στίχοι
στιχέτω
ἡμεῖς
ἐστίχομεν
στίχωμεν
στίχοιμεν
-
ὑμεῖς
ἐστίχετε
στίχητε
στίχοιτε
στίχετε
οὗτοι
ἔστιχον
στίχωσι(ν)
στίχοιεν
στιχόντων / στιχέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
στιχεῖν
στιχών
στιχοῦσα
στιχόν