επιβλέπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἐπιβλέπω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιβλέπω < αρχαία ελληνική ἐπιβλέπω < ἐπί + βλέπω (σημασιολογικό δάνειο από γαλλική surveiller)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

επιβλέπω

  1. προσέχω αν η συμπεριφορά κάποιου είναι η πρέπουσα
  2. έχω την επιμέλεια μιας εργασίας και καθοδηγώ τους άλλους, ώστε να την εκτελέσουν σωστά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]