καλοβλέπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλοβλέπω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καλοβλέπω

  1. (αμετάβατο) βλέπω καλά, καθαρά
  2. (μεταβατικό) βλέπω καλά, καθαρά (κάποιον ή κάτι)
  3. (μεταβατικό) βλέπω με ευχαρίστηση ή, γενικότερα, με καλή διάθεση (κάποιον ή κάτι)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]