oeil

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

oeil (fr)

δείτε τη λέξη: œil



Παλαιά γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400 [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

oeil < λατινική oculum

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

oeil (και oil, ueil) αρσενικό

  1. το μάτι
  2. άνοιγμα σε ένα βαρέλι για το γέμισμα ή γρήγορο άδειασμα