προβλέπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : προσβλέπω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προβλέπω < προ- + βλέπω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.ˈvlɛ.pɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προβλέπω

  1. εκτιμώ ότι κάτι έχει ισχυρή πιθανότητα να συμβεί στο μέλλον
    οι γιατροί προβλέπουν βελτίωση της υγείας του ασθενούς
  2. έχοντας πάρει υπόψη μου ότι κάτι ενδέχεται να συμβεί προσδιορίζω ή ρυθμίζω με οδηγίες ή νόμο το τι πρέπει να γίνει σε αυτήν την περίπτωση
  3. (σε γ' ενικού) γίνεται αναφορά σε ένα κείμενο και δίνονται οδηγίες
    ο στρατιωτικός κανονισμός προβλέπει την απονομή χαιρετισμού από τον χαμηλόβαθμο στον υψηλόβαθμο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]