μάλωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάλωμα μαλώματα
γενική μαλώματος μαλωμάτων
αιτιατική μάλωμα μαλώματα
κλητική μάλωμα μαλώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μάλωμα < μαλώνω < μεσαιωνική ελληνική μαλώνω < ὁμαλώνω και ὁμαλίζω < αρχαία ελληνική ὁμαλός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μάλωμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα και η ενέργεια του μαλώνω, ο καβγάς
    Αφήστε τα μαλώματα να φάμε σαν άνθρωποι
  2. η επίπληξη
    Ζάρωσε το παιδί μετά το μάλωμα. Μην το αποπαίρνεις έτσι!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]