ρητό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ρυτό

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ρητό τα ρητά
      γενική του ρητού των ρητών
    αιτιατική το ρητό τα ρητά
     κλητική ρητό ρητά
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρητό < αρχαία ελληνική ῥητόν (ακριβής επανάληψη φράσης, όπως ακριβώς έχει ειπωθεί ή γραφτεί από κάποιον άλλο) < ουδέτερο του ῥητός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρητό ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

ρητό