λαλιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαλιά λαλιές
γενική λαλιάς λαλιών
αιτιατική λαλιά λαλιές
κλητική λαλιά λαλιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαλιά < αρχαία ελληνική λαλιά < λαλῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαλιά θηλυκό

  1. η φωνή, η μιλιά, η ομιλία, η ικανότητα του να μιλάει κανείς
    έχασε τη λαλιά του
  2. η γλώσσα
    η ελληνική λαλιά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]