Μετάβαση στο περιεχόμενο

λαλιά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λαλιά οι λαλιές
      γενική της λαλιάς των λαλιών
    αιτιατική τη λαλιά τις λαλιές
     κλητική λαλιά λαλιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λαλιά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική λαλιά < λαλῶ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /laˈʎa/
τυπογραφικός συλλαβισμός: λαλιά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λαλιά θηλυκό

  1. η φωνή, η μιλιά, η ομιλία, η ικανότητα του να μιλάει κανείς
    παράδειγμα  έχασε τη λαλιά του
      Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον εστί, 1959, Το Δοξαστικόν, στίχ. 81-84
    Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή,
    Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη
    Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο
    Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας τον δαίμονα
  2. η γλώσσα
    παράδειγμα  η ελληνική λαλιά

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τη λέξη λαλώ

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική λαλιᾱ́ αἱ λαλιαί
      γενική τῆς λαλιᾶς τῶν λαλιῶν
      δοτική τῇ λαλι ταῖς λαλιαῖς
    αιτιατική τὴν λαλιᾱ́ν τὰς λαλιᾱ́ς
     κλητική ! λαλιᾱ́ λαλιαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  λαλιᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  λαλιαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'στρατιά' όπως «στρατιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λαλιά < λαλ(έω) + -ιά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λαλιά, -ᾶς [λᾰ] θηλυκό

  1. ομιλία, λόγος
  2. φλυαρία, πολυλογία
  3. τρόπος ομιλίας, διάλεκτος

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]