Haar

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική das Haar die Haare
γενική des Haars
Haares
der Haare
δοτική dem Haar
Haare
den Haaren
αιτιατική das Haar die Haare

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Haar (de), ουδέτερο

  1. η τρίχα
  2. η κώμη, τα μαλλιά
    Er hat schwarzes Haar. - Έχει μαύρα μαλλιά.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

auf/um ein Haar - παρά τρίχα, παραλίγο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]