Haar

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Haar Haare
γενική Haar(e)s Haare
δοτική Haar(e) Haaren
αιτιατική Haar Haare


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Haar 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Haar (de), ουδέτερο

  1. η τρίχα
  2. η κώμη, τα μαλλιά
    Er hat schwarzes Haar. - Έχει μαύρα μαλλιά.


Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

auf/um ein Haar - παρά τρίχα, παραλίγο


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]