κώμη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | κώμη | οι | κώμες |
| γενική | της | κώμης | των | κωμών |
| αιτιατική | την | κώμη | τις | κώμες |
| κλητική | κώμη | κώμες | ||
| Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κώμη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κώμη (ατείχιστο χωριό)
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κώμη θηλυκό
- συνοικισμός μεγαλύτερος του χωριού και μικρότερος της κωμόπολης
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κώμη
|
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | κώμη | αἱ | κῶμαι |
| γενική | τῆς | κώμης | τῶν | κωμῶν |
| δοτική | τῇ | κώμῃ | ταῖς | κώμαις |
| αιτιατική | τὴν | κώμην | τὰς | κώμᾱς |
| κλητική ὦ! | κώμη | κῶμαι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | κώμᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | κώμαιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κώμη, ήδη τον 8ο αιώνα στον Ησίοδο < αβέβαιης ετυμολογίας
- Είτε συνδέεται με την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα **ḱey- όπως και το κεῖμαι, οπότε Συγγενή: γερμανική Heim, αγγλική home[1]
- είτε κατ' άλλη άποψη, συνδέεται με τη μυκηναϊκή 𐀐𐀐𐀕𐀙 (ke-ke-me-na) και τον παρακείμενο κεκεασμένος του κεάζω (διαχωρίζω)[1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κώμη, -ης θηλυκό
- χωριό ή κωμόπολη, σε αντίθεση με την έννοια της περιτειχισμένης πόλης
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- κώμη - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- κώμη - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γνώμη' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με άγνωστη ετυμολογία (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)