Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κώμη

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: κώμη

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Κώμη οι Κώμες
      γενική της Κώμης των Κωμών
    αιτιατική την Κώμη τις Κώμες
     κλητική Κώμη Κώμες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κώμη < κώμη

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κώμη θηλυκό

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. οικισμός της Κύπρου στο κατεχόμενο από τους Τούρκους τμήμα της (Καρπασία, Επαρχία Αμμοχώστου)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Κώμη < γενική ενικού του αρσενικού Κώμης

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Κώμη θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Κώμης)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]