Haarschnitt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Haarschnitt < Haar + Schnitt

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Haarschnitt die Haarschnitte
γενική des Haarschnitts
des Haarschnittes
der Haarschnitte
δοτική dem Haarschnitt den Haarschnitten
αιτιατική den Haarschnitt die Haarschnitte

Haarschnitt (de), αρσενικό


Συνώνυμα[επεξεργασία]