Schnitt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Schnitt die Schnitte
γενική des Schnitts
des Schnittes
der Schnitte
δοτική dem Schnitt den Schnitten
αιτιατική den Schnitt die Schnitte

Schnitt (de) αρσενικό

  1. κόψιμο, περικοπή

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • im Schnitt: κατά μέσο όρο