Μετάβαση στο περιεχόμενο

Schnitt

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Schnitt die Schnitte
γενική des Schnitts
Schnittes
der Schnitte
δοτική dem Schnitt
Schnitte
den Schnitten
αιτιατική den Schnitt die Schnitte

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Schnitt (de) αρσενικό

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • im Schnitt: κατά μέσο όρο



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Schnitt < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Schnitt αρσενικό ή θηλυκό

  • TNG-Adler, Liste der Nachnamen, ανακτήθηκε στις 29/9/2023