Μετάβαση στο περιεχόμενο
Κύριο μενού
Κύριο μενού
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πρόσφατες αλλαγές
Κατηγορίες
Δημιουργήστε!
Ζητήστε!
Βικιδημία - Talk
Σελίδες συζήτησης
Νέες σελίδες
Ειδικές σελίδες
Τυχαία σελίδα
Βοήθεια
Πρότυπα
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εμφάνιση
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Προσωπικά εργαλεία
Δωρεές
Δημιουργία λογαριασμού
Σύνδεση
Περιεχόμενα
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Αρχή
1
Αγγλικά (en)
Εναλλαγή
Αγγλικά (en)
υποενότητας
1.1
Ετυμολογία
1.2
Ουσιαστικό
1.3
Πηγές
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
haircut
28 γλώσσες
العربية
Cymraeg
Deutsch
English
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Magyar
Italiano
한국어
Kurdî
Malagasy
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Nederlands
Norsk bokmål
Polski
Português
Русский
Sängö
Simple English
Gagana Samoa
Kiswahili
தமிழ்
Türkçe
اردو
中文
Σελίδα
Συζήτηση
Ελληνικά
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Εργαλειοθήκη
Εργαλεία
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Ενέργειες
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Γενικά
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Επιφόρτωση αρχείου
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραπομπή αυτής της σελίδας
Λάβετε συντομευμένη διεύθυνση URL
Μετάβαση σε παλαιότερο αναλυτή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Δημιουργία βιβλίου
Κατέβασμα ως PDF
Εκτυπώσιμη έκδοση
Σε άλλα εγχειρήματα
Εμφάνιση
μετακίνηση στην πλαϊνή μπάρα
απόκρυψη
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
[
επεξεργασία
]
ενικός
πληθυντικός
haircut
haircuts
Ετυμολογία
[
επεξεργασία
]
haircut
<
hair
+
cut
Ουσιαστικό
[
επεξεργασία
]
haircut
(en)
το
κούρεμα
, η κοπή των μαλλιών
Do I need a
haircut
?
Χρειάζομαι
κούρεμα
;
το
κούρεμα
, ο τρόπος που είναι κουρεμένα τα μαλλιά
What a nice
haircut
, it looks good on you!
Τι ωραίο
κούρεμα
, σου πηγαίνει πολύ!
Πηγές
[
επεξεργασία
]
haircut
-
Oxford Learner's Dictionaries
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ουσιαστικά (αγγλικά)
Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
Αναζήτηση
Αναζήτηση
Εναλλαγή του πίνακα περιεχομένων
haircut
28 γλώσσες
Προσθήκη θέματος